Σημαντική αναθεώρηση της ευρωπαϊκής πολιτικής για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2) από τα αυτοκίνητα σηματοδοτεί η απόφαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία ενέκρινε σήμερα προτάσεις για τη χαλάρωση των στόχων που έχουν τεθεί για το 2035. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την αυξανόμενη πίεση προς τις ευρωπαϊκές αρχές να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, λαμβάνοντας περισσότερο υπόψη τις οικονομικές και παραγωγικές δυσκολίες του κλάδου δεδομένου ότι η παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυμαίνεται ακόμα σε ένα επίπεδο περίπου 20% χαμηλότερο σε σύγκριση με προ πανδημίας.

Σύμφωνα με τον συμβιβασμό που διαμορφώθηκε μεταξύ του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών και της ομάδας Renew Europe, οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα μπορούν να επιτύχουν μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 87.5% έως το 2035, ενώ προβλέπεται πρόσθετη πίστωση 7.5% για τη χρήση χάλυβα χαμηλών εκπομπών άνθρακα που παράγεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τον συγκεκριμένο μηχανισμό, η συνολική υποχρέωση μείωσης μπορεί να διαμορφωθεί στο 95%, αντί της πλήρους εξάλειψης των εκπομπών που προέβλεπε το ισχύον πλαίσιο.

Η συγκεκριμένη κατεύθυνση είναι ακόμη πιο ελαστική από την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία προέβλεπε μείωση κατά 90%. Παράλληλα, η νέα προσέγγιση δημιουργεί περιθώρια για τη συνέχιση της παρουσίας ορισμένων τεχνολογιών κινητήρων μετά το 2035, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες περιβαλλοντικές προϋποθέσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, προβλέπονται κίνητρα για μικρά και ιδιαίτερα αποδοτικά ηλεκτρικά οχήματα, μέσω ενός συστήματος αυξημένης πιστωτικής αναγνώρισης, που θα διευκολύνει τους κατασκευαστές στην επίτευξη των στόχων τους.

Αλλαγές προωθούνται και για τα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα, καθώς η προτεινόμενη μείωση των εκπομπών για τα βαν περιορίζεται στο 80%, έναντι του αρχικού στόχου του 90%. Επιπλέον, οι υποχρεωτικοί στόχοι για την αύξηση του ποσοστού οχημάτων μηδενικών εκπομπών στους εταιρικούς στόλους αναμένεται να αποκτήσουν περισσότερο ενδεικτικό και όχι δεσμευτικό χαρακτήρα. Η μετατόπιση αυτή συνδέεται άμεσα με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Το αυξημένο κόστος παραγωγής και ενέργειας, ο ανταγωνισμός από τους Κινέζους κατασκευαστές, αλλά και η συγκρατημένη πορεία της ζήτησης για ηλεκτρικά αυτοκίνητα ενισχύουν τα αιτήματα για μεγαλύτερη τεχνολογική ευελιξία. Γερμανία και Γαλλία, δύο χώρες με ισχυρή παρουσία στον κλάδο, έχουν επίσης ταχθεί υπέρ μιας πιο ευέλικτης προσέγγισης.

Ωστόσο, η προτεινόμενη χαλάρωση προκαλεί αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολιτικές ομάδες που υποστηρίζουν ότι η αποδυνάμωση των στόχων ενδέχεται να καθυστερήσει την ηλεκτρική μετάβαση και να δημιουργήσει αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη επενδύσει στην ηλεκτροκίνηση. Η διαδικασία, πάντως, δεν έχει ολοκληρωθεί. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναμένεται να εξετάσει το συνολικό πακέτο σε ψηφοφορία τον Δεκέμβριο, ενώ στη συνέχεια θα ακολουθήσουν διαπραγματεύσεις με τα κράτη-μέλη. Το τελικό αποτέλεσμα θα καθορίσει εάν η Ευρώπη θα διατηρήσει την αρχική πορεία προς την πλήρη απανθρακοποίηση των νέων αυτοκινήτων ή εάν θα υιοθετήσει ένα περισσότερο ευέλικτο μοντέλο για το μέλλον των μεταφορών.



