Όποιος έχει οδηγήσει βράδυ τα τελευταία 10-15 χρόνια σίγουρα θα έχει βιώσει την εμπειρία να έχεις απέναντι ή πίσω σου ένα αυτοκίνητο με φώτα που είναι ικανά να σου δείξουν το μέλλον. Ξέρεις, αυτά που σε κάνουν να πιστεύεις ότι σε απαγάγουν εξωγήινοι. Αυτά που μοιάζουν να έχουν συμπυκνώσει και φυλακίσει την φωτεινότητα του ήλιου και στοχεύουν απευθείας στον αμφιβληστροειδή σου. Αυτά που προκαλούν μετατραυματικό στρες. Μπορώ να συνεχίσω αλλά νομίζω κατάλαβες για τι μιλάω. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν να είναι νόμιμα καθώς αντικειμενικά, είναι ένα είδος έμμεσης βίας στα μάτια των υπόλοιπων χρηστών του δρόμου και στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στις Η.Π.Α. και τον Καναδά δηλαδή, το θέμα έχει φτάσει αρκετά ψηλά με κάποιους πολιτικούς να καλούν τις αρμόδιες αρχές σε δράση. Έχουν νόημα και πολύ παραπάνω, βάση αυτά τα παράπονα όμως;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Οι ειδικοί του Insurance Institute for Highway Safety των Η.Π.Α. αφού μελέτησαν τα δεδομένα που έχουν στην διάθεση τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα μοντέρνα LED “υπερφανάρια” και πιο συγκεκριμένα το εκτυφλωτικό φως που παράγουν συνδέεται με ελάχιστα νυχτερινά ατυχήματα. Με πιο απλά λόγια, μπορεί να είναι ενοχλητικά, αλλά δεν είναι επικίνδυνα. Το αντίθετο μάλιστα. Μεταξύ του 2015 και του 2023 μόλις 1 ή 2 ατυχήματα στα 1.000 αναφέρουν ως αιτία την υψηλή ένταση των φωτιστικών σωμάτων διερχόμενων οχημάτων ενώ πολλά περισσότερα οφείλονται στον ελλειπή φωτισμό φαναριών παλαιότερης τεχνολογίας. Αν θέλεις να το θέσουμε αλλιώς, τα μοντέρνα φωτιστικά σώματα παρέχουν πολύ καλύτερη ορατότητα τις νυχτερινές ώρες με τις έρευνες να δείχνουν ότι δηλώνουν πολύ λιγότερα ατυχήματα είτε με άλλα οχήματα είτε με ευπαθείς ομάδες χρηστών του δρόμου.

Σε κάθε περίπτωση, το IIHS αναφέρει ότι η ενόχληση που προκαλείται στους οδηγούς από την υψηλή φωτεινότητα των σύγχρονων φωτιστικών σωμάτων δεν είναι ίδια πάντα, παντού και για όλους. Σε δρόμους δύο κατευθύνσεων χωρίς διαχωριστικό, σε βρόχινες συνθήκες και ειδικά σε οδηγούς άνω των 65-70 ετών οι οποίοι είναι εκ των πραγμάτων πιο ευαίσθητη στα έντονα φώτα για παράδειγμα. Ταυτόχρονα, σημαντική είναι η πρόοδος που σημειώνουν οι κατασκευαστές στην εν λόγω τεχνολογία καθώς ενώ το ποσοστό των αυτοκινήτων που είχε δοκιμάσει ο IIHS το 2017 παρουσίαζαν έντονο το φαινόμενο του “glare” άγγιζε το 20%, για τα μοντέλα του 2025 δεν ξεπερνά μονοψήφια ποσοστά ενώ επιπλέον συστήματα όπως το Automatic High-Beam Assist ήδη προλαμβάνουν κάποιες ατυχείς επιλογές μπορεί να κάνει άθελα (ή μη) ο οδηγός. Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν είναι απλό: υπάρχει λόγος να επέμβουν οι νομοθέτες και να βάλουν κάποιου είδους φρένο στα συστήματα φωτισμού των οχημάτων ή μήπως οι κατασκευαστές αναλάβουν την βελτιστοποίηση των συστημάτων τους μέσα από την εξέλιξη της τεχνολογίας;



