Suzuki Ignis 1.2 DualJet 2WD. Σε διπλό ταμπλό!

Είναι 8 χρόνια αρκετά για να θεωρηθεί κάτι “αναβίωση”; Ποιο είναι το χρονικό διάστημα που πρέπει να περάσει για να δικαιολογείται αυτός ο τίτλος και στο κάτω-κάτω, έχει σημασία; Όταν η Suzuki παρουσίαζε στην έκθεση της Γενεύης το iM-4 πρωτότυπο, όλοι ξέραμε ότι αυτό είναι το επόμενο Ignis. Και όλοι είχαμε εκφράσει τους ενδοιασμούς μας όσον αφορά στον σχεδιασμό του όμως υπήρχε πάντοτε το ενδεχόμενο να πέσει πολύ νερό στο κρασί της Suzuki και από το concept, στο μοντέλο παραγωγής, να αλλάξει αρκετά το design. Όμως η μικρή ιαπωνική εταιρία επέλεξε συνειδητά να προκαλέσει και έφτασε επιτέλους η ώρα να πιάσουμε στα χέρια μας το νέο Ignis, να το παρατηρήσουμε, να το οδηγήσουμε και τελικά, να το κρίνουμε.

Το Suzuki Ignis τοποθετείται ξεκάθαρα ανάμεσα σε δύο κατηγορίες. Δεν είναι ούτε καθαρόαιμο “μικρό”, ούτε καθαρόαιμο “SUV”. Μικρό είναι, καθώς το μήκος του δεν ξεπερνά τα 3.7 μέτρα (πλάτος: 1.69 και ύψος: 1.59) αλλά αν το χαρακτηρίσεις έτσι, του στερείς ένα σημαντικό κομμάτι του χαρακτήρα και των ικανοτήτων του. Από την άλλη, ούτε SUV μπορείς να το πεις. Ναι, η απόσταση από το έδαφος αγγίζει τα σχετικά ικανοποιητικά 180 χιλιοστά, αλλά τα πλαστικά προστατευτικά στα φτερά αλλά όχι εκεί που ενδεχομένως να “πονέσει” και η έλλειψη ρεζέρβας σε συνδυασμό με τα “δρομίσια” ελαστικά δεν προδιαθέτουν για σκληροπυρηνικό off-roading. Και πάλι όμως, δεν μπορείς να πεις ότι δεν έχει έστω, κάποια χαρακτηριστικά SUV. Οπότε, το Suzuki Ignis “πατάει” σε δύο κατηγορίες χωρίς να ανήκει αποκλειστικά σε καμία από τις δύο και αυτό δεν είναι καθόλου κακό.

Το Ignis διατηρεί την ευελιξία που περιμένει κανείς από ένα αυτοκίνητο πόλης και εμπλουτίζει την εμπειρία με την πρακτικότητα ενός SUV. Πάνω απ’ όλα όμως, το Ignis είναι ένα εύκολο αυτοκίνητο. Εύκολο στην οδήγηση με τα ελαφριά χειριστήρια: το τιμόνι έχει τη σωστή αντίσταση κι ας μην πληροφορεί για το τι γίνεται με τους εμπρός τροχούς, ο συμπλέκτης είναι “πούπουλο” και ο λεβιές ταχυτήτων σαφής παρά τις μεγάλες διαδρομές, με θετικό κούμπωμα. Εύκολο στη χρήση: οι χώροι για 4 άτομα είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς, η είσοδος/έξοδος γίνεται παιχνιδάκι χάρη στο μεγάλο άνοιγμα των θυρών, οι θέσεις για μικροαντικείμενα πολυάριθμες και το πορτ-μπαγκάζ των 267 λίτρων είναι εντυπωσιακό για την κατηγορία.

Έπειτα, είναι ο εξαιρετικά ποιοτικός κινητήρας. Το αυτοκίνητο της δοκιμής κινούνταν από τον τετρακύλινδρο Dualjet βενζινοκινητήρα των 1.2 λίτρων. Σύμφωνα με την Suzuki, ο κινητήρας αυτός παράγει 90 άλογα στις 6.000 σ.α.λ. και 120 Nm ροπής στις 4.400 σ.α.λ. και φυσικά, πληροί τις προδιαγραφές ρύπων Euro6. Όμως στην πραγματικότητα, είναι ένα από τα highlights του Ignis – πολύ περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς με βάση τους αριθμούς. Η γραμμικότητά του είναι υποδειγματική αφού λειτουργεί χωρίς κομπιάσματα ή ξεσπάσματα από τις 1.500 σ.α.λ. έως και τον κόφτη. Το ραφινάρισμά του δεν επιδέχεται κριτικής αφού οι κραδασμοί λάμπουν δια της απουσίας του και ο ήχος του μετά βίας περνά στην καμπίνα. Η απόδοσή του δε, είναι εξαιρετική με την Suzuki να δίνει 12.2 δευτερόλεπτα για το 0-100 (θα ορκιζόμουν ότι γίνεται ταχύτερα) και τελική της τάξης των 170 km/h, χωρίς όμως να θυσιάζεται η οικονομία, με το Ignis να καταναλώνει σε μικτές συνθήκες (εντός και εκτός πόλης, άλλοτε “φορτωμένο” με 4 άτομα και μερικές φορές μόνο με τον γράφοντα) 5.8 πραγματικά λίτρα ανά 100 χιλιόμετρα – επίδοση όχι πολύ μακριά από τα 4.6 λίτρα που ανακοινώνει η εταιρία.

Όσο για το πώς κινείται το αυτοκίνητο στον δρόμο; Σε γενικές γραμμές, όπως θα περίμενε κανείς. Η ανάρτηση που αποτελείται από γόνατα McPherson μπροστά και ημιάκαμπτο άξονα πίσω είναι άνετη και απορροφά ικανοποιητικά τις ανωμαλίες του δρόμου αλλά επιτρέπει στο αμάξωμα τις κλίσεις. Η πρόσφυση που παρέχουν οι 16άρηδες τροχοί με τα ελαστικά διάστασης 175/60/16 είναι ικανοποιητική αλλά ακόμα και όταν χαθεί, χάρη στην ενδοτικότητα της ανάρτησης και τα λάστιχα με το ψηλό προφίλ, αυτό γίνεται σταδιακά και υπάρχει άφθονος χρόνος για να αντιδράσει ο οδηγός. Φυσικά, όπως έχουμε μάθει να περιμένουμε τα τελευταία χρόνια, το Ignis είναι υποστροφικό στο όριο αλλά μέχρι να φτάσεις σε εκείνο το σημείο, το χαμηλό βάρος (810-855 κιλά αναλόγως έκδοσης και εξοπλισμού) και το κοντό μεταξόνιο των 2.4 μέτρων κάνουν το Ignis διασκεδαστικό και ιδιαίτερα ευκίνητο. Μοναδικά ψεγάδια στην οδική συμπεριφορά, η πίσω ανάρτηση που μοιάζει να “τερματίζει” σχετικά γρήγορα σε έντονες ανωμαλίες και τα φρένα με το ούτως ή άλλως “σπογγώδες” πεντάλ, που σε παρατεταμένη χρήση εμφανίζουν σημάδια κόπωσης. Όμως μιλάμε για ακραίες συνθήκες και δεν πρόκειται για κάτι άξιο προβληματισμού.

Τέλος, πρέπει να πούμε κάποια πράγματα για την καμπίνα. Στον σχεδιασμό του αμαξώματος δεν θα αναφερθώ εκτενώς αφού είναι εντελώς υποκειμενικός. Εμένα πάντως το εμπρός μέρος με τα μεγάλα, εκφραστικά φωτιστικά σώματα μου αρέσει αλλά πιστεύω ότι οι σχεδιαστές δεν ήταν σε καλή μέρα όταν τραβούσαν τις γραμμές για το πίσω. Επίσης, σιχαίνομαι τους “faux” αεραγωγούς πάνω από τους πίσω τροχούς. Τέλος πάντων… Η καμπίνα λοιπόν, ξεχωρίζει με τον όμορφο, νεανικό θα έλεγα σχεδιασμό και την έξυπνη χρήση χρώματος που “κρύβει” κάποιες ατέλειες που σχετίζονται με τα υλικά που χρησιμοποιούνται. Υλικά, τα οποία είναι στην συντριπτική πλειοψηφία τους, σκληρά και η συναρμογή απλά αγγίζει τον μέσο όρο της κατηγορίας χωρίς όμως να γίνεται κάποια υπέρβαση. Ιδίως όσον αφορά στο κομμάτι που φιλοξενεί τους διακόπτες, χαμηλά στην κεντρική κονσόλα, δεν μπορώ να φανταστώ πώς δεν θα τρίζει σε μερικά χρόνια και μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα, όταν ήδη παρουσιάζει μία “ευαισθησία” στην χρήση. Ψεγάδι αποτελεί και η κεντρική, aftermarket οθόνη της Pioneer. Δεν έχει θέση στο αυτοκίνητο, είναι αργή, δύσκολη στον χειρισμό και πρέπει να αντικατασταθεί άμεσα με μία κανονική, εύχρηστη εργοστασιακή!

Εν κατακλείδι, το Suzuki Ignis είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση. Από την μία, σε κάνει να νιώθεις οικεία πάρα πολύ γρήγορα. Ο Dualjet βενζινοκινητήρας εξαιρετικός (είναι διαθέσιμο και με το “ήπιο υβριδικό” σύστημα SHVS), είναι άνετο, είναι ευρύχωρο, είναι ήσυχο –χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στην κίνηση με σχετικά υψηλές ταχύτητες ακούγεται μόνο ο θόρυβος κύλισης των ελαστικών και κάποιοι αεροδυναμικοί ήχοι, είναι οικονομικό. Όμως υστερεί ελαφρώς ποιοτικά, η οθόνη αφής είναι απλά απαράδεκτη, οι κλίσεις στις στροφές σχετικά έντονες, η αίσθηση του πεντάλ του συστήματος πέδησης κάπως σπογγώδης και η αντοχή όλου του συστήματος κατώτερη των προσδοκιών. Τέλος, είναι η τιμή. Το Suzuki Ignis ξεκινά από τα €11.680, €1.000 επιπλέον αγοράζουν την GL+ έκδοση με ζάντες αλουμινίου 16 ιντσών, οθόνης αφής με κάμερα οπισθοπορείας κ.ά. αλλά το αυτοκίνητο της δοκιμής, που να υπενθυμίσω ότι παρά τον πλήρη εξοπλισμό, δεν ήταν ούτε τετρακίνητο ούτε “mild hybrid”, κόστιζε περί τα €15.500.

  • Απόδοση κινητήρα
  • Κατανάλωση
  • Διττότητα χαρακτήρα
  • Χώροι/Πορτ-μπαγκάζ


  • Σύστημα ψυχαγωγίας/ενημέρωσης
  • Τιμή
  • Ποιότητα/συναρμογή πλαστικών

Τεχνικά Χαρακτηριστικά
Κινητήρας1242 κ.εκ.
Ίπποι90
0-10012.2″
Τελική ταχύτητα170 χλμ/ώρα
Μέση κατανάλωση δοκιμής5.8 λτ/100 χλμ
Εκπομπές CO2104 γρ/χλμ

ΑΦΗΣΤE ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.