SEAT LEON 1.2 TSI: ΒΡΥΧΑΤΑΙ…

Το Leon, στην τρίτη του γενιά, δεν φοβάται τίποτα απολύτως. Ακόμα και με τον μικρό κινητήρα των 1.200 κ.εκ. καταφέρνει να… «βρυχάται» με υπερηφάνεια στον ανταγωνισμό, επιδεικνύοντας σε κάθε επίπεδο τον δυναμισμό του.

Σχετικά συντηρητική αλλά, ωστόσο, μυώδης και δυναμική σχεδίαση.

Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια από την πρώτη γενιά του Leon και ήδη από τότε το κύριο χαρακτηριστικό του μοντέλου ήταν η εφαρμογή της σπορ αντίληψης και οδηγικής αίσθησης σε ένα… «οικογενειακό πακέτο». Σήμερα, με την υιοθέτηση της νέας πλατφόρμας MQB (που χρησιμοποιούν και τα «ομόσταυλα» του group VW, Audi Α3 και Golf), το μικρομεσαίο ισπανικό hatchback δείχνει να έχει ακόμα περισσότερα ατού. Διότι, καταρχάς, η συγκεκριμένη πλατφόρμα παρέχει σημαντική εξοικονόμηση βάρους (90 κιλών), με ταυτόχρονη αύξηση της ακαμψίας –χάρη στη χρήση νέου ανθεκτικότερου ατσαλιού– κατά 15%. Επιπλέον, επιτρέπει την τοποθέτηση του εμπρόσθιου άξονα πιο μπροστά, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα διαμόρφωσης μεγαλύτερου μεταξονίου και –κατά συνέπεια– μεγαλύτερων χώρων. Πιο αναλυτικά, παρότι η τρίτη γενιά του Leon είναι πέντε πόντους κοντύτερη (4,26 μέτρα) από την προηγούμενη, το μεταξόνιο της είναι αυξημένο κατά έξι πόντους (2.63 μ.), το πλάτος (1,82 μ.) κατά πέντε και το ύψος (1,46 μ.) κατά μισό πόντο.

Στο πλάι ξεχωρίζουν οι έντονες ακμές
και το «φινιστρίνι» της τρίτης κολόνας.

Με αυτά τα δεδομένα, ακόμα και η φιλοξενία πέμπτου επιβάτη πίσω είναι απόλυτα εφικτή και το μόνο που θα προβληματίσει τον τελευταίο είναι το ογκώδες κεντρικό τούνελ, που «κλέβει» χώρο από τα πόδια του. Αντίστοιχα, ο –κατά 39 λίτρα– μεγαλύτερος χώρος αποσκευών που πλέον φθάνει στα 380 λίτρα, θα ικανοποιήσει τις ανάγκες των περισσοτέρων, ενώ την πλήρη εκμετάλλευσή του ευνοεί και η καθαρή (χωρίς θόλους που εξέχουν κ.λπ.) σχηματοποίησή του.

Σε ότι αφορά στην σχεδίαση του εσωτερικού, αυτή μπορεί να υπέστη ολοκληρωτική αλλαγή όμως και πάλι ακολούθησε την συντηρητική γραμμή θεώρησης που ακολουθούν τα περισσότερα μοντέλα του γκρουπ. Από την άλλη, βέβαια, το ευχάριστο είναι ότι το αποτέλεσμα είναι οδηγοκεντρικό, εργονομικό και εύχρηστο (με όλα τα χειριστήρια στις σωστές θέσεις και αρκετές θήκες για μικροαντικείμενα). Ταυτόχρονα, το αφρώδες υλικό στο πάνω μέρος του ταμπλό δίνει κι έναν αέρα ποιότητας που παραπέμπει σε κατηγορίες μεγαλύτερες και πιο ακριβές. Και, παρότι τα υλικά που χρησιμοποιούνται στο κάτω μέρος και στις επενδύσεις των θυρών δεν δείχνουν εξίσου «πλούσια», ωστόσο το φινίρισμα και η συναρμογή επιβεβαιώνουν τη σημαντική προσπάθεια αναβάθμισης.

Αρκούντως επιθετική η όψη μπροστά.

Παραπλήσια με του εσωτερικού είναι η αίσθηση που μας αφήνει και ο εξωτερικός σχεδιασμός. Κοινώς, σε προσωπικό επίπεδο, θα προτιμούσαμε κάτι πιο ευφάνταστο και τολμηρό, με στοιχεία που θα μπορούσαν να μαγνητίσουν το μάτι από την πρώτη στιγμή. Κάτι που, για παράδειγμα, κατάφερνε η προηγούμενη γενιά του μοντέλου όταν είχε πρωτοπαρουσιαστεί. «Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα», βέβαια, θα μας πείτε και δεν θα έχετε καθόλου άδικο, αφού η περί καλαισθησίας αντίληψη είναι μια καθαρά υποκειμενική υπόθεση. Εξάλλου, παρά τις προσωπικές αντιρρήσεις, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον «επίκαιρο» χαρακτήρα της σημερινής σχεδίασης, με τις μεγάλες γυάλινες επιφάνειες και τις έντονες ακμές που –όπως και να ‘χει– προσδίδουν ένα αρκούντως μυώδες και δυναμικό στυλ. Πολλώ δε μάλλον που από κοντά παρατηρήσαμε ότι ορισμένες «καλολογικές» λεπτομέρειες (όπως το… σαν «σκαλιστό» πάνω μέρος των πίσω φωτιστικών και οι ακμές στα πλαϊνά του αμαξώματος), δεν αποτυπώνονται επαρκώς στις φωτογραφίες, χάνοντας έτσι την όποια ένταση μπορεί να δημιουργήσει η παρουσίασή τους απευθείας στον αμφιβληστροειδή.

Χωρίς «χρώμα» και «ένταση» η σχεδίαση του εσωτερικού,
το οποίο όμως είναι οδηγοκεντρικό, εργονομικό,
ποιοτικό και εύχρηστο.

Δείχνει «δόντια» και «νύχια»
Το σίγουρο πάντως είναι ότι αυτή η γενιά του ισπανικού αιλουροειδούς δεν βασίζεται τόσο στην εμφάνισή του για να «τρομάξει» τον ανταγωνισμό. Αλλού βρίσκονται τα… «δόντια» και τα «νύχια» του. Συγκεκριμένα, τα… πρώτα βρίσκονται κάτω από το καπό και τα δεύτερα μέσα στον συνδυασμό πλαισίου-αναρτήσεων. Και αν τα καλά του μόλις προαναφερθέντος συνδυασμού αντανακλούν σε όλες τις εκδόσεις του Leon, τα δυναμικά στοιχεία του κινητήρα με τον οποίο εξοπλιζόταν το αυτοκίνητο της δοκιμής μας είναι μοναδικά. Σε μια ξερή καταγραφή, αυτά που πρέπει να αναφερθούν είναι ότι πρόκειται για μια εξ ολοκλήρου αλουμινένια υπερτροφοδοτούμενη μονάδα 1.200 κ.εκ., που πλέον έχει 16 βαλβίδες (αντί των 8) και η κίνηση των εκκεντροφόρων της γίνεται μέσω ιμάντα (αντί καδένας). Αποδίδει, δε, 105 ίππους και 17,8 χλγμ. ροπής, χαρίζοντας τελική 191 χλμ/ώρα και επιτρέποντας στο αυτοκίνητο να ολοκληρώσει τη διαδικασία 0-100 σε 10,0 –μόλις– δεύτερα. 

Στην πράξη, ο κινητήρας αυτός, συνεπικουρούμενος από το εξατάχυτο κιβώτιο, καταφέρνει να παρέχει επιδόσεις και οικονομία• παρουσιάζοντας συνάμα μια απόλυτα πολιτισμένη λειτουργία. Μάλιστα, η άμεση απόκριση του από τις 1.500 σ.α.λ. (η μέγιστη τιμή της ροπής κορυφώνεται από τις 1.400 σ.α.λ. σύμφωνα με τα δηλωθέντα του κατασκευαστή) και η περισσή ευστροφία του ψηλά μπορούν να κινούν το Leon με τρόπο και ρυθμό καλύτερο από αυτόν που αυτοκίνητα με ατμοσφαιρικούς κινητήρες 1.600-1.800 κ.εκ. μας έχουν συνηθίσει. Έτσι, την ίδια ώρα που η πολύ σωστή κλιμάκωση του κιβωτίου επιτρέπει στον οδηγό να κινείται με ανώτερη σχέση (ώστε να μην ανεβαίνουν ψηλά οι στροφές και να αυξάνεται η κατανάλωση), ο κινητήρας ακόμη κι αν οι στροφές ανέβουν στα κόκκινα δεν δείχνει σε καμία περίπτωση να «κρεμάει» ή να δυστροπεί. Χαρακτηριστικό όλων αυτών είναι και η δυνατότητα χρήσης του συγκεκριμένου κιβωτίου σχεδόν σαν… «αυτόματο» (που λέει ο λόγος δηλαδή), αφού, για παράδειγμα, ένας…  «τεμπέλης» οδηγός μπορεί να διατηρήσει την τρίτη ταχύτητα από τα 25 μέχρι και τα 140 χιλιόμετρα/ώρα. Εξίσου σημαντική, πάντως, είναι και η διατήρηση της κατανάλωσης –που δεν επηρεάζεται σημαντικά ούτε μετά από υπερβολές– σε απολύτως λογικά επίπεδα. Ακόμη και στην περίπτωσή μας, που κατά τη διάρκεια της δοκιμής κινούμασταν πάρα πολύ τακτικά στην κόκκινη περιοχή του στροφόμετρου, η μέση κατανάλωση δεν ξεπέρασε τα 7,7 λίτρα, ενώ με μία ελαφρώς προσεκτικότερη χρήση η τιμή αυτή εύκολα πέφτει κάτω από τα 6,5 λίτρα (4,9 λίτρα/100 χλμ. δίνει ο κατασκευαστής). Σημαντικό ρόλο, φυσικά, στον περιορισμό της κατανάλωσης παίζει και το σύστημα start/stop.

Αρκετός ο χώρος στα πίσω καθίσματα για την φιλοξενία
ακόμη και τρίτου επιβάτη, ενώ ο τελευταίος
θα παραπονεθεί μόνο για το ψηλό κεντρικό τούνελ.

Από εκεί κι έπειτα, το νέο αυτό Leon, όπως και τα μοντέλα των προηγούμενων γενιών, δείχνει την προτίμησή του σε έναν δυναμικό τρόπο οδήγησης που μπορεί να συγκινήσει τον πιο ανήσυχο οδηγό. Όχι βέβαια ότι ο μέσος οδηγός θα νιώσει ανοίκεια. Το αντίθετο, αφού το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως είπαμε, πάει άνετα και με μία ή δύο σχέσεις επάνω. Όμως, το μεγαλύτερο μεταξόνιο και τα αυξημένα μετατρόχια, σε συνδυασμό με το ελαφρωμένο πλαίσιο, τις σφιχτές αναρτήσεις και το άμεσο και ακριβές (ηλεκτρομηχανικό) τιμόνι, σχεδόν υποβάλλουν στον οδηγό να… «ξυπνήσει» και να κινηθεί ταχύτερα.

Η πρόσφυση, η σταθερότητα και οι περιορισμένες κλίσεις, εμπνέουν εμπιστοσύνη σε κάθε περίπτωση και ακόμα και στις πολύ κλειστές στροφές που η επιμονή στο γκάζι θα φέρει την υποστροφή, μόλις το δεξί πόδι περιορίσει την πίεση η επαναφορά είναι άμεση. Ο πολύ απαιτητικός προφανώς θα ήθελε να υπάρχει η δυνατότητα απενεργοποίησης του συστήματος ελέγχου ευστάθειας, καθώς και μια πιο… «συμμετοχική» ουρά που δεν θα έμοιαζε (όπως αυτή) σαν να εφαρμόζει σε ράγες και δεν θα ακολουθούσε τόσο πιστά το εμπρός μέρος, ώστε να του επιτρέπεται περισσότερο παιχνίδι με πλαγιολισθήσεις κ.λπ. Όμως, ακόμα κι έτσι το Leon είναι αρκούντως διασκεδαστικό, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά βάση απευθύνεται στον μέσο οικογενειάρχη και όχι στον «πυροβολημένο». Γι’ αυτό, άλλωστε και η ποιότητα κύλισης έχει αναβαθμιστεί αισθητά, προκειμένου να προσφέρει άνεση τόσο εντός πόλεως, όσο και –κυρίως– στο ταξίδι. Ειδικά κατά τη διάρκεια του τελευταίου μάλιστα οι επιβάτες δεν θα ενοχληθούν ούτε από αεροδυναμικούς ή άλλους θορύβους. Την ίδια ώρα, ακόμα και η ύπαρξη ημιάκαμπτου άξονα (αντί πολλαπλών συνδέσμων), στην πίσω ανάρτηση, θα γίνει αντιληπτή μόνο στην περίπτωση «άγριων» εγκάρσιων ανωμαλιών.

Κατόπιν όλων αυτών και με δεδομένο ότι η βασική έκδοση του Leon 1.2 (που δεν στερείται εξοπλισμού) κοστολογείται με μόλις 13.990(!) ευρώ, το σίγουρο είναι ότι απειλούνται έντονα όχι μόνο τα μοντέλα του άμεσου ανταγωνισμού, αλλά ακόμα και αυτοκίνητα μικρότερων κατηγοριών που έχουν παραπλήσια τιμή.

• Αποδοτικός Κινητήρας                               
                   • Άχρωμη σχεδίαση στο εσωτερικό
• Κατανάλωση                                       
 • Αντιδράσεις ημιάκαμπτου σε εγκάρσιες ανωμαλίες
• Επιδόσεις
• Οδική συμπεριφορά
• Ποιότητα
• Χώροι
• Εξοπλισμός
• Τιμή

Τεχνικά Χαρακτηριστικά

Κινητήρας                                    1197 κ.εκ.  turbo
Ίπποι                   105
Τελική ταχύτητα       191 χλμ/ώρα
0-100 χλμ/ώρα     10.1’’
Μέση κατανάλωση δοκιμής        7,7 λτ.100 χλμ
Εκπομπές CO2       114 γρ./χλμ
Τέλη κυκλοφορίας   102,6€
Του Απόστολου Χατζητριανταφύλλου

Δεν εντυπωσιάζει, αλλά ούτε και απογοητεύει το πίσω μέρος.
Η ένταση των ακμών και το σαν «σκαλιστό» πάνω μέρος των φώτων είναι από τις λεπτομέρειες
που αποτυπώνονται καλύτερα στον αμφιβληστροειδή από ότι στην κάμερα.
Το μηχανικό σύνολο των 1.200 κ.εκ. είναι σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα ατού του Leon
Οι καλοσχεδιασμένες ζάντες φορούν ελαστικά διαστάσεων 205/55/16
Τα 380 λίτρα του χώρου αποσκευών αποδεικνύονται υπεραρκετά για τις περισσότερες των περιπτώσεων,
ενώ σημαντικό στοιχείο για την πλήρη εκμετάλλευσή του είναι και η «καθαρή» διαμόρφωσή του.

Απάντηση