30.5 C
Athens
Πέμπτη, Αύγουστος 17, 2017

Η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ


Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Ι Κ Λ Μ Ν Ο Π Ρ Σ Τ Υ Χ Ψ Ω

Δάπεδο : Ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του αυτοκινήτου. Κατασκευάζεται από πρεσαριστή λαμαρίνα και πάνω σ ‘αυτό τοποθετούνται όλα τα επιμέρους εξαρτήματα που αποτελούν το αμάξωμα. Σήμερα, πολλά διαφορετικά μοντέλα της ίδιας εταιρείας ή και «αδελφών» εταιρειών μπορεί να βασίζονται στο ίδιο δάπεδο, για λόγους μείωσης του κόστους.

διαμήκης σύνδεσμος : Σύνδεσμος ανάρτησης με προσανατολισμό κατά μήκος του αυτοκινήτου. Η μια του άκρη αρθρώνεται στο πλαίσιο του αυτοκινήτου και η άλλη στον τροχό. Χρησιμεύει στον περιορισμό των μετατοπίσεων των τροχών κατά το διαμήκη άξονα. Χρησιμοποιείται συνήθως σαν στοιχείο πίσω αναρτήσεων.

διανομέας (κοινώς ντιστριμπιουτέρ) : Διάταξη περιστρεφόμενης επαφής, που διανέμει το ρεύμα στα μπουζί για τη διαδοχική ανάφλεξη του μείγματος στους κυλίνδρους. Στρέφοντας το καπάκι του διανομέα, μπορούμε να ρυθμίσουμε τη γωνία αβάνς. Η πρακτική που κυριαρχεί τον τελευταίο καιρό είναι να μην χρησιμοποιείται διανομέας, αλλά το ρεύμα να διανέμεται ηλεκτρονικά, κατευθείαν στα μπουζί.

διαφορικό : Μηχανισμός που σκοπό έχει να επιτρέπει στους δύο κινητήριους τροχούς στα προσθιοκίνητα ή οπισθιοκίνητα αυτοκίνητα, ή στους δύο άξονες μετάδοσης στα τετρακίνητα, να κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες. Αποτελείται από κωνικά γρανάζια και έχει την ιδιότητα να κατανέμει τη ροπή ισομερώς. Έτσι υπάρχει κίνδυνος σε περίπτωση ολισθηρού οδοστρώματος το όχημα να ακινητοποιηθεί όταν ένας και μόνο τροχός χάσει την πρόσφυσή του. Γιατί σ ‘αυτή την περίπτωση ελαχιστοποιείται η ροπή που μεταδίδεται σ ‘αυτόν και ανάλογα μικρή είναι και η ροπή που μεταδίδεται στον τροχό που έχει πρόσφυση. Ο ένας τροχός περιστρέφεται «τρελά» και ο άλλος ακινητοποιείται (η ροπή που μεταδίδεται σ ‘αυτόν είναι πλέον μικρή για να υπερνικήσει την τριβή του οδοστρώματος). Για την αποφυγή αυτού του φαινομένου υπάρχουν διαφορικά που διαθέτουν μηχανισμούς που περιορίζουν τις διαφορές ταχύτητας μεταξύ των δύο αξόνων εξόδου του διαφορικού. Σ ‘αυτά έχει δοθεί η ονομασία «μπλοκέ». Έχουν τη δυνατότητα, ανάλογα με το βαθμό περιορισμού της ολίσθησης που μπορούν να επιτύχουν, να μεταφέρουν μεγαλύτερο ποσοστό ροπής στον τροχό με την μεγαλύτερη πρόσφυση.

διαφορικό torsen : Eίδος ελεγχόμενου διαφορικού. H ονομασία του προέρχεται από τις λέξεις «Torque Sensing differential». Σκοπός του είναι να μεταφέρει το μεγαλύτερο ποσοστό της ροπής του κινητήρα στον τροχό ή τον άξονα με την καλύτερη πρόσφυση, σε αντίθεση με τα κοινά διαφορικά. H αρχή λειτουργίας του βασίζεται στο συνδυασμό μετωπικών και κοχλιωτών οδοντωτών τροχών.

διαφορικό κεντρικό : Διαφορικό που χρησιμοποιείται σε αυτοκίνητα με κίνηση και στους τέσσερις τροχούς. Σκοπός του, όπως άλλωστε και κάθε διαφορικού (βλέπε Διαφορικό), να επιτρέπει την περιστροφή του εμπρός και του πίσω άξονα με διαφορετικές ταχύτητες.

διαφορικό μπλοκέ (ελεγχόμενο) : Διαφορικό που επιτρέπει μεν την κίνηση των αξόνων εξόδου με διαφορετικές ταχύτητες, διαθέτει όμως μηχανισμούς που περιορίζουν τις διάφορες ταχύτητες, ανάλογα με το βαθμό εμπλοκής του. Με τον τρόπο αυτό, ένα ποσοστό ροπής μεταφέρεται πάντα στον τροχό με τη μεγαλύτερη πρόσφυση, ανάλογα με το βαθμό περιορισμού της ολίσθησης που το συγκεκριμένο «μπλοκέ» μπορεί να επιτύχει.

διαφορικό περιορισμένης ολίσθησης : ένα διαφορικό που περιλαμβάνει κι ένα μηχανισμό που περιορίζει τις διαφορές της ταχύτητας περιστροφής ανάμεσα στους άξονες εξόδου του. Η περιορισμένη ολίσθηση (όπως λέγεται αυτή η λειτουργία) εξασφαλίζει την κατανομή ροπής και στους δυο τροχούς, ακόμα και όταν ο ένας βρίσκεται πάνω σε πολύ ολισθηρή επιφάνεια. Τα διαφορικά αυτού του τύπου έχει επικρατήσει να λέγονται «μπλοκέ» κατά κάποιο ποσοστό. Το μπλοκέ διαφορικό στην πραγματικότητα είναι μόνον αυτό που τη δύσκολη στιγμή κατανέμει την ισχύ από 50% σε κάθε τροχό. Ένα κοινό διαφορικό στην περίπτωση που ένας τροχός χάσει την πρόσφυση του μεταδίδει σε αυτόν το 100% της ισχύος. Ενώ το διαφορικό περιορισμένης ολίσθησης σε μια τέτοια περίπτωση μεταδίδει και ένα ποσοστό της ισχύος στον τροχό που διατηρεί την πρόσφυση του.

δισκόφρενο : Τύπος φρένων, που αποτελείται από τη δισκόπλακα και τη δαγκάνα. Η δισκόπλακα είναι σταθερά συνδεδεμένη με τον τροχό και περιστρέφεται μαζί μ ‘αυτόν, ενώ η δαγκάνα εδράζεται στην πλήμνη του τροχού και παραμένει ακίνητη. Πιέζοντας το πεντάλ του φρένου, η πίεση μεταφέρεται υδραυλικά στα τακάκια, που συμπιέζουν τη δισκόπλακα φρενάροντας την κίνησή της και επομένως και την κίνηση του τροχού. Τα πλεονεκτήματά τους σε σχέση με τα ταμπούρα είναι το μικρότερο βάρος, η ευκολότερη ψύξη καθώς και η αμεσότερη απόκριση. Διακρίνονται σε απλά και αεριζόμενα, ανάλογα με το αν η δισκόπλακα έχει εσωτερικές οπές αερισμού ή όχι. Συνήθως η δισκόπλακα κατασκευάζεται από κράματα σιδήρου. Σε ειδικές περιπτώσεις (Formula 1), σαν υλικό κατασκευής χρησιμοποιούνται τα ανθρακονήματα.

διωστήρας (μπιέλα) : Μεταλλική ράβδος, που συνδέει το έμβολο με το αντίστοιχο στρόφαλο του στροφαλοφόρου άξονα. Μέσω μπιέλας, μετατρέπεται η παλινδρομική κίνηση του εμβόλου σε περιστροφική. Το μήκος της εξαρτάται από την ακτίνα περιστροφής του στροφάλου. Είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να παρουσιάζει μεγάλη αντοχή σε κάμψη και συμπίεση για να είναι σε θέση να παραλαμβάνει τις δυνάμεις που αναπτύσσονται στο θάλαμο καύσης.

δυναμόμετρο : Διάταξη που επιτρέπει τη μέτρηση της ιπποδύναμης και της ροπής ενός κινητήρα, στο σφόνδυλο ή τους τροχούς. Στην πρώτη περίπτωση, ο κινητήρας συνδέεται απευθείας στο δυναμόμετρο και τίθεται υπό φορτίο με υδραυλική ή ηλεκτρική πέδη («φρενάρεται» υδραυλικά ή ηλεκτρικά). Στη δεύτερη περίπτωση, το δυναμόμετρο αποτελείται από δύο ή τέσσερις κυλίνδρους (ένας ή δύο κύλινδροι για κάθε κινητήριο τροχό), μεγάλου βάρους, που ανά ζεύγη περιστρέφονται ομοαξονικά.